(5)

Το σπίτι ήταν σκύλος… Ναι. Αυτό μου φαινόταν το πιο πιθανό. Υπήρχε πρώτα από όλα αυτός ο αλλόκοτος, σχεδόν-σαν-κύβος στο μπροστινό μέρος, με τα δύο σφαιρικά κατάμαυρα παράθυρα στην πρόσοψη. Που δεν ήταν βεβαίως παράθυρα: Έμοιαζαν πιο πολύ με μικρά πυρακτωμένα κάρβουνα. (Κάτι έλαμπε τώρα στο εσωτερικό του κύβου…) Μου έδιναν την εντύπωση πως δε χρησίμευαν για να βλέπει ο ιδιοκτήτης μέσα από αυτά, αλλά για να βλέπει το οικοδόμημα…

(6)

Έπειτα ακολουθούσε εκείνο το κεντρικό γιγάντιο πλάγιο παραλληλεπίπεδο, με πανύψηλους τοίχους από γυαλί και περιστασιακές αποκλίσεις από την τελειότητα, οι οποίες αλλοίωναν τη γεωμετρία και δημιουργούσαν μια αναμονή πως το πλάσμα όπου να ’ναι θα ζωντανέψει και θα αρχίσει να κινείται. Ή το αδιανόητο: Πως είναι ήδη ζωντανό και αναμένει την κατάλληλη ευκαιρία…

(7)

Το σκοτεινό εσωτερικό του κεντρικού τμήματος παρέμενε παντοτινά αθέατο, καθώς το έκρυβαν τεράστιες σε ύψος γαλάζιες κουρτίνες. (Άραγε να κατοικούνταν από παράξενα πλάσματα σαν του δικού μου σπιτιού;) Αυτό το τμήμα έμοιαζε όντως με κορμό ζώου. Το ύψος του ήταν τέτοιο που θα μπορούσε να φιλοξενεί άνετα και έναν δεύτερο όροφο, ίσως και τρίτο ακόμη.

(8)

Στάθηκα και το παρατήρησα για λίγο, τεντώνοντας τα μάτια μου μες στο σκοτάδι, ώστε να δουν περισσότερες λεπτομέρειες. Σχεδόν διέκρινα πάνω του τους μυς να πάλλονται, το αίμα να βράζει. Το τμήμα αυτό αιωρούνταν πέντε μέτρα πάνω από τη γη. Κάτω του εκτεινόταν μια σκοτεινή πισίνα. Άλλες φορές που είχα έρθει εδώ, η πισίνα ήταν πλημμυρισμένη από ωραίο φως. Τώρα τίποτε. Το ίδιο και η εξωτερική εναέρια σκάλα που κατέβαινε πίσω, θυμίζοντας ουρά ενός τεράστιου ζώου. Μαύρη, μέσα σε έναν μαύρο κόσμο.

[Επιστολή Ελένης Moriandi στην Ιουλίττα Kyang]

Αγαπημένη μου Leta,

      Θα ήθελα να με επισκεφτείς σύντομα. Άφησε όλες σου τις δουλειές και έλα να σου δείξω κάτι σημαντικό. Το σπίτι στο δάσος για το οποίο σου έχω μιλήσει, είναι σχεδόν έτοιμο για κατοίκηση. Σε ελάχιστο διάστημα φεύγω. Θα μείνω μόνιμα εκεί.

      Ήταν πριν ενάμιση χρόνο. Στο ίδιο ακριβώς δάσος. Περπατούσα μόνη, όταν τυχαία βρέθηκα μπροστά σε ένα κτίσμα σαν αποθήκη. Ένιωσα έντονη περιέργεια να δω τι υπάρχει μέσα. Σε όλη την έκταση του βουνού τα σπίτια είναι σπάνια, ενώ τέτοια μοναχικά κτίσματα δεν βρίσκεις ούτε ένα. Ποιος και γιατί το είχε τοποθετήσει εκεί, στη μέση του πουθενά;

      Η πόρτα αποδείχτηκε ξεκλείδωτη. Κατέβασα αργά το πόμολο και μπήκα. Ένιωσα περίεργα πρέπει να σου πω. Ένας διαφορετικός αέρας. Στην αίθουσα υπήρχε το απόλυτο κενό. Κι ένας άντρας… Καθόταν σε μια καρέκλα. Θαρρείς πως… με περίμενε! Ξέρω ότι τώρα ακούγομαι ανόητη. Είπαμε ελάχιστα. Φαινόταν να γνωρίζει πως κάτι συμβαίνει στην πόλη, στο βουνό. Μου ζήτησε να πάω και να κατοικήσω εκεί για πάντα. Και η κατοικία μάλιστα που θα έχτιζα, είπε, όφειλε να έχει ένα συγκεκριμένο σχέδιο.

     – Τι είδους σχέδιο; ρώτησα.

     – Αυτό! είπε δείχνοντας με το χέρι πίσω μου.

     Γύρισα.

  Στη μισάνοιχτη πόρτα της αποθήκης στεκόταν και μας κοιτούσε λαχανιάζοντας ένα άσπρο, πολύ συμπαθητικό σκυλάκι…

[Βιβλίο, Μέρος Β΄]

Ο πρωθυπουργός του Καναδά γύρισε και κοίταξε την ταγματάρχη Luciana Bernhard.

      – Για ποιον λόγο λες η Ελένη Moriandi επέλεξε να κατοικήσει σε αυτό το δάσος; Δεν της έλειπαν οι εξοχικές κατοικίες.

    – Μυστήριο! μουρμούρισε η Bernhard. Συνεχίζουμε όμως να δουλεύουμε πάνω στο θέμα. Έχουμε έλθει σε επαφή με τον αρχιτέκτονα που έχτισε την έπαυλη, ο οποίος μας αποκάλυψε πως του ζήτησε να χτιστεί με ένα συγκεκριμένο σχέδιο. Του έδειξε μια ζωγραφιά από ένα αρχαίο πέτρινο άγαλμα, το οποίο απεικόνιζε μια τετράποδη θεότητα. Όχι ακριβώς λιοντάρι· ίσως λεοπάρδαλη. Δράκο, είπαν κάποιοι. Οι συνεργάτες μου κατέληξαν πως πρόκειται για ένα άγνωστο μυθικό πλάσμα με υπερφυσικές δυνάμεις. Μια λατρεία που πλέον έχει χαθεί.

      – Σκύλος.

      Ο Πρωθυπουργός είχε μιλήσει πολύ σιγανά. Σαν να θυμόταν κάτι.

      – Σκύλος! Μα… Γιατί το λέτε αυτό;

     Η ταγματάρχης τον πλησίασε.

      – Δεν ξέρω, είπε εκείνος. Να, ξαφνικά μου ήρθε. Ανόητη ιδέα, έτσι δεν είναι; Όμως συνέχισε, Luciana.

      Η ταγματάρχης περιέστρεψε το δάχτυλο και στην οθόνη φάνηκε μια άλλη όψη της έπαυλης. Η μπροστινή πλευρά του σπιτιού. Φτιαγμένο από τούβλα, ατσάλι και γυαλί το καταχθόνιο βλέμμα ενός άγνωστου ζώου ήταν στραμμένο πάνω τους…

[Διήγηση Gabriel Sienkiewicz, 9]

Χωρίς καμιά προειδοποίηση εξέρχονταν σε κάθε σημείο, θαρρείς μέσα από τα μέλη αυτού του γεωμετρικού, χτισμένου -κι όμως θα έλεγα όχι άψυχου- πλάσματος, αλλόκοτες καμπύλες, οι οποίες τερματίζονταν απότομα από σύντομες ευθείες, διότι στην πραγματικότητα ήταν οι ίδιες από πάντα ευθείες, όμως σε έναν άλλον, κυρτό κόσμο. Και κυριαρχούσαν στα υπόλοιπα τμήματα καθαρές, τέλειες ευθείες, οι οποίες εντούτοις δεν υπήρξαν στα αλήθεια ποτέ ευθύγραμμες, αλλά προσποιούνταν πως διαθέτουν μια υποτιθέμενη ομαλότητα, πως υπακούν προσωρινά στο Σύστημα, πως συνεισφέρουν στη διατήρηση κάποιας πατροπαράδοτης ορθότητας – έως ότου χάνονταν ξαφνικά και παράλογα σε ένα σύμπαν όπου απαγορευόταν αυστηρά η Ευκλείδεια αιωνιότητα. Το οικοδόμημα δεν ανήκε σε τούτον τον κόσμο. Ήμουν σίγουρος για ό,τι έβλεπαν τα μάτια μου. Και ήμουν επίσης βέβαιος πως το πλάσμα το οποίο υπαινισσόταν, δεν ήρθε σε μας ως παρατηρητής ή επισκέπτης.

Ήρθε ως εξολοθρευτής…

(10)

Προχώρησα. Ανισόπεδες κατασκευές δεξιά και αριστερά του σπιτιού έδιναν την εντύπωση μπροστινών άκρων του ζώου. Ήμουν σχεδόν έτοιμος να ρωτήσω την Ελένη όταν εμφανιστεί, τι είναι όλα αυτά. Ίσως να την τρόμαζα, θα με περνούσε πιθανόν για ληστή, όμως είχα άμεση ανάγκη να ρωτήσω. Ένα ακαθόριστο προαίσθημα, μια ενθύμηση από το παρελθόν, ανέβαινε όχι στη σκέψη μου αλλά κυριολεκτικά στη ράχη μου, εκατοστό προς εκατοστό. Όταν έφτασα μπροστά στην κυρίως είσοδο, σήκωσα τα μάτια ψηλά, κατακόρυφα, περιλαμβάνοντας τώρα στο οπτικό μου πεδίο και τον άγριο, σκοτεινιασμένο ουρανό, και ατένισα με δέος το συνολικό οικοδόμημα. Τότε μόνο μπόρεσα να καταλάβω:

      Το σπίτι ήταν ναός…

Μέσα στην Έπαυλη…

Scroll to Top