Σε κάποιο προάστιο του Λονδίνου,

26 Ιουνίου 1798

Η κοπέλα έτρεχε από κάμαρα σε κάμαρα με όλη της τη δύναμη. Ήξερε πως αν δεν το κάνει, η ζωή της θα τελειώσει τώρα δα, στα δεκαεννιά της χρόνια. Κι αυτό επειδή ήταν όμορφη. Πιο όμορφη κι από την κυρά της και όλες τις γυναίκες στην έπαυλη. Προτού έρθει για να δουλέψει εδώ, την είχαν ήδη ζητήσει σε γάμο δύο φορές. Αλλά όταν αντίκρισε ένα πρωινό εκείνον τον ξανθό νεαρό από το διπλανό αγρόκτημα να σκάβει στον κήπο, ήξερε πλέον ποια είναι η επιλογή της. Για αρκετές βδομάδες σχεδόν τον κατασκόπευσε. Κι ένιωθε βέβαιη πως κι εκείνος τις έριχνε κλεφτές ματιές όταν συνόδευαν τα αφεντικά τους τις Κυριακές στην εκκλησία. Δεν είχαν ανταλλάξει ούτε μια λέξη ακόμη, μα μπορούσε άνετα να διαβάσει την αγάπη στα γαλανά του μάτια.

Ώσπου εμφανίστηκε στη ζωή της αυτός…

3

Δεν είχε τολμήσει να αποκαλύψει το παραμικρό στην κυρία της. Δεν την πίστευαν εξάλλου ό,τι κι αν έλεγε. Ήταν περίεργο. Ποτέ τους δεν την πίστευαν. Γι’ αυτούς ήταν μια υπηρέτρια. Κι εκείνος, ο έμπι­στος αμαξάς του κυρίου της. Παντρεμένος, με παιδιά και φαινομε­νικά ήσυχος άνθρωπος. Αλλά από τότε που η Τζέιν ήρθε να δουλέψει σε τούτο το σπίτι, εδώ και τρεις μήνες, εκείνος μεταμορφώθηκε. Μέσα του δεν είχε απομείνει τίποτε το ανθρώπινο. Το μόνο που λαχταρούσε ήταν το κορμί της. Κι όμως τόσον καιρό απλά την κοί­ταζε με ένα άγριο και λάγνο βλέμμα. Μόνο τόσο. Δεν προσπάθησε να της κάνει τίποτε, λες και τη φοβόταν. Δεν υπήρχε αμφιβολία. Κάτι σίγουρα φοβόταν.

4

Το σπίτι είχε απομείνει άδειο απόψε. Ο κύριός της είχε φύγει πριν ξημερώσει με ξένη άμαξα για δουλειές, πολλές δεκάδες μίλια μακριά από το Λονδίνο. Η κυρία είχε επισκεφτεί από χθες για λίγες ημέρες την αδελφή της. Το υπηρετικό προσωπικό επίσης έλειπε σε άδεια, εκτός από τον φύλακα, ο οποίος τώρα έμοιαζε κι αυτός να έχει εξα­φανιστεί. Η ίδια είχε καθυστερήσει λίγο, ώστε να πακετάρει κάποια πράγματα, και θα πήγαινε ύστερα στο πατρικό της. Ήταν έτοιμη να φύγει, όταν είδε το κακοφτιαγμένο πρόσωπο του αμαξά να την περι­μένει στην εξώπορτα του σπιτιού. Το βλέμμα του δε χρειαζόταν ερμηνεία: Απόψε θα τολμούσε. Κι αυτή έπρεπε να δραπετεύσει από την έπαυλη όσο πιο γρήγορα γινόταν.

5

Λαχανιασμένη, όρμηξε κατρακυλώντας τα σκαλιά που οδηγούσαν στο υπόγειο. Από κει θα έβγαινε σε άλλο τμήμα του κήπου και ίσως να κατάφερνε να ξεφύγει πηδώντας τον φράχτη. Θα κατέφευγε στον αγαπημένο της. Θα του διηγούνταν τα πάντα. Αυτός σίγουρα θα την προστάτευε. Όχι, δε είχε σκοπό να ξαναγυρίσει εδώ πέρα ποτέ πια. Δεν άντεχε πλέον τέτοιον εφιάλτη!

6

Για λίγα δευτερόλεπτα έτρεξε μέσα σε έναν μακρύ, σκοτεινό διά­δρομο, γλιστρώντας στις υγρές πλάκες του δαπέδου. Ήταν ακατα­νόητο: Ο αμαξάς δεν ακουγόταν πουθενά. Λες και είχε εγκαταλείψει την προσπάθεια. Σήκωσε το κεφάλι της. Απέναντι οι σκάλες του υπο­γείου πρόβαλλαν λουσμένες σε αχτίδες φωτός. Η πύλη προς την ελευθερία. Κόντεψε να γελάσει από τη χαρά της. Όμως τότε είδε μια σκιά να κατεβαίνει αργά και επίσημα φράζοντάς της τον δρόμο. Ένας ψηλός άντρας με καπέλο…

7

    «Ο κύριος;;!!» σκέφτηκε κατάπληκτη.

    Λογικά, έπρεπε να βρίσκεται ήδη πολύ μακριά από εκεί.

    Γύρισε προς τα πίσω και το στόμα της στράβωσε από φρίκη: Μπροστά της στεκόταν με θριαμβευτικό χαμόγελο ο αμαξάς! Μα αφού δεν την είχε κυνηγήσει κάτω στο υπόγειο. Πώς βρέθηκε λοιπόν εκεί πέρα; Παρατήρησε τα στραβά του δόντια, που ξεπρόβαλλαν γεμάτα πόθο από το άσχημο στόμα του. Εντωμεταξύ το αφεντικό της πλησίαζε με σταθερό βήμα από την άλλη μεριά. Ώστε ήταν λοιπόν συνεννοημένοι οι δυο τους; Το βλέμμα της έπεσε τότε στο χέρι του αφεντικού. Κάτω από το γιλέκο του έβγαλε ένα…