[Διήγηση Gabriel Sienkiewicz. Ήταν 10 ετών όταν συνέβη το περιστατικό.]

Συνέχισα να περπατώ στους ακαταμέτρητους διαδρόμους του νοσοκομείου. Μόνος. Με τα χέρια πάντα στις τσέπες. Αν υπήρχε μια εξερεύνηση να κάνω, σίγουρα δεν ήταν σε τούτο το μέρος, ανάμεσα σε τοίχους άδειους, βαμμένους όλους με εκείνη την αντιπαθητική απόχρωση, χωρίς έστω ένα μικρό κάδρο εδώ κι εκεί, με το ίδιο παντοτινό, θλιβερό υπόλευκο φως να με παρακολουθεί από το επίσης αφόρητα ομοιόμορφο ταβάνι. Ποιος άρρωστος μπήκε σε τούτο το μέρος και βγήκε ποτέ υγιής; Η θέλησή μου άρχισε να υφίσταται μια τερατώδη νάρκωση. Έπρεπε να βρω γρήγορα τη μητέρα μου και να φύγουμε από κει!

(συνέχεια)

Η μητέρα είχε εξαφανιστεί. Όμοια με τους γιατρούς. Όμοια με τους επισκέπτες. Με τα φυτά στις γλάστρες. Τους ήχους. Δεν υπήρχε ήχος τηλεφώνου που κουδουνίζει, μηχανήματος που δουλεύει, ανάσας που συνεχίζεται, βροχής που πέφτει, ανέμου που φυσά, καρδιάς που πάλλεται.

     Η σιωπή ερχόταν κατά κύματα.

     Τι μέρος ήταν αυτό;

    Η νύχτα υπερχείλισε έξω από όλους τους αιώνες. Θα ξημερώσει ποτέ ξανά;

[Διήγηση Darren Goode, δασονόμου. Επιστολή 15η]

Περπατούσα μόνος μου στο δάσος. Ήταν λυκόφως. Μια ασυνήθιστη ψύχρα ερχόταν από την κορυφή του βουνού πέρα. Τυλίχτηκα σφιχτά στο μπουφάν μου. Σε μισή ώρα έληγε η βάρδια μου. Κοίταξα γύρω. Όλα ήταν ήρεμα∙ σωστά∙ στη θέση τους. Κανένα απολύτως πρόβλημα.

     Και τότε το αισθάνθηκα. Στην αρχή μονάχα το αισθάνθηκα. Ύστερα… τον είδα. Ένας ψηλός άντρας γύρω στα πενήντα.  Φορούσε παράξενα ρούχα, πολύ παλιά, σχεδόν κουρελιασμένα, κι όμως διόλου ρυπαρά ή αποκρουστικά. Ήταν καθισμένος στις ρίζες ενός μεγάλου, ψηλού δέντρου, το σώμα του ακουμπισμένο στον κορμό. Είδα πως ζωγράφιζε αργά με το δάχτυλο στα δεξιά του. Ένα σχέδιο στο χώμα. Τον πλησίασα με προσεκτικά βήματα. Γενικά δε φοβάμαι τους ανθρώπους. Αλλά αυτός… Ήμουν σίγουρος πως δεν ανήκε σε καμία από τις γνωστές κατηγορίες!

(συνέχεια)

Γύρισε απότομα το κεφάλι του προς εμένα όταν πλησίασα αρκετά. Δε θα ξεχάσω ποτέ τα μάτια του… Μάτια λύκου σε κεφάλι ανθρώπου… Σώμα δυνατό, ακατάβλητο! Όμως πώς μπορούσα να γνωρίζω κάτι τέτοιο; Ήταν το σώμα ενός λιονταριού που, πιθανόν για να κρύψει από όλους τη υπεράνθρωπη δύναμή του, είχε περιβληθεί με ρούχα ζητιάνου. Έδειχνε μεσήλικας, κι όμως ήταν νέος. Μίλησε με προφορά αψεγάδιαστα τοπική, κι είχε ωστόσο προέλευση πιο μακρινή απ’ οποιαδήποτε χώρα θα μπορούσα να γνωρίζω.

(3)

Χαμήλωσε το βλέμμα του στο χώμα. Εκεί υπήρχε ζωγραφισμένος ένας ημιτελής λαβύρινθος. Τμήματα από ευθείες που ενώνονταν με καμπύλες, και περιστρέφονταν και προεκτείνονταν αδιάκοπα, εφιαλτικά, ως έναν μακρινό ορίζοντα που δε χωρούσε να απεικονιστεί σε τούτο το σχήμα. Ύστερα σήκωσε το κεφάλι και με κοίταξε ξανά. Τα μάτια του φλέγονταν. Γεμάτα απειλή! Όχι όμως την ανόητη, χονδροειδή απειλή ενός θηρίου ή ενός εγκληματία. Υπήρχε μια ανείπωτη γνώση σε τούτο το σκοτάδι που εκτεινόταν χιλιόμετρα βαθιά στο αχανές κρανίο του, μια περίπλοκη τέχνη παντού και μέσα σ’ όλα.

(4)

     – Βρίσκεσαι εδώ, μου έδειξε με το δάχτυλο.

     Τόλμησα να αποσπάσω για μια στιγμή το βλέμμα μου από τα μάτια του. Κοίταξα. Ήταν η κεντρική είσοδος στον λαβύρινθο. Υπήρχαν πολλές άλλες περιμετρικά. Καταλάβαινα πως το σχέδιο στο χώμα δεν ήταν η ακριβής αναπαράσταση αλλά μονάχα ένα σκαρίφημα, ο υπαινιγμός ενός αδιανόητου συνόλου.

     – Τι είναι αυτό; ρώτησα – τρέμοντας ήδη.

     – Το παν, είπε.

     – Το… παν;

     – Ναι. Το Ανέκαθεν. Τώρα όμως…

     Δε συνέχισε τη φράση του. Σηκώθηκε, ίσιωσε, χωρίς να με κοιτά πλέον, τον παράξενο, σκισμένο σε κάποια σημεία -αρχαίο;!- χιτώνα του και χάθηκε στο δάσος. Τον ακολούθησα με το βλέμμα. Ώσπου δεν άκουγα πλέον τα βήματα, δε διέκρινα άλλο πια τις άκρες των θάμνων να τρέμουν, καθώς αυστηρά, σαν ηγεμόνας, τις παραμέριζε. Στάθηκα ώρα εκεί. Ακίνητος. Ανύπαρκτος. Έτρεμα και μουρμούριζα ασυνάρτητες φράσεις. Ύστερα κοίταξα πάλι κάτω.

     Ο λαβύρινθος είχε σβηστεί…

Πατήστε τώρα στην έξοδο του Λαβύρινθου για να ξεφύγετε…

Scroll to Top